| 
  • If you are citizen of an European Union member nation, you may not use this service unless you are at least 16 years old.

  • Files spread between Dropbox, Google Drive, Gmail, Slack, and more? Dokkio, a new product from the PBworks team, integrates and organizes them for you. Try it for free today.

View
 

Ιδέα 2: Εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής

Page history last edited by ioustina flemotomou 6 years, 11 months ago

Art in Progress 

Re-culture 1

Εργαστήρι δημιουργικής γραφής : Δίλημμα και Επιλογή 

Βάσω Καραμπέτσου, φιλόλογος

Πάτρα, 3 και 4 Νοεμβρίου 2012

Σημειώσεις

[Κατεβάστε από εδώ τα: (α)  αρχεία κειμένου και (β)  pdf

 

Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία…

Οδυσσέας Ελύτης

 

«Γράφω για την αυλή του σχολείου σημαίνει δημιουργώ την αυλή του σχολείου• με υλικό τις εμπειρίες, τις γνώσεις και την φαντασία που έχω φτιάχνω τη δική μου προσωπική εκδοχή για την αυλή του σχολείου ─ που μοιάζει ασφαλώς με τις σχολικές αυλές που όλοι γνωρίζουμε, με την διαφορά ότι μόνον η δική μου αυλή έχει τη λασπωμένη φτερούγα περιστεριού πλάι στον κάδο απορριμμάτων, κοντά στη σιδερένια εξώπορτα.

Μα πρόκειται, θα αντιτείνει κανείς, για αυθαίρετα γραψίματα «ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος», κατά τη διατύπωση του Παπαδιαμάντη, στα οποία βασιλεύει η ασυδοσία και όχι ο κανόνας─ πόσο επομένως εκπαιδευτικά ωφέλιμη μπορεί να είναι η προτίμηση / απόρριψη μιας λέξης ή μιας φράσης. Μια πρώτη απάντηση είναι ότι η ίδια «αχρηστία» και «αυθαιρεσία» ισχύει και για το μάθημα του ελευθέρου σχεδίου. Η δεύτερη απάντηση είναι ότι ο Σολωμός και ο Καβάφης παιδεύονταν, ωστόσο, για τον κάθε στίχο που έχουν γράψει: «Η Ποίηση είναι μια ακριβής επιστήμη, όπως η Γεωμετρία» (Flaubert), και τούτο επειδή είναι δύσκολο να στήσουμε μια σωστή φράση, δηλ. μια φράση συγκινησιακά ακριβή, που να μη έχει λεκτικά απόβαρα και που να μη γίνεται βαρετή. Για παράδειγμα, στην οικογένεια είμασταν πολλά αδέλφια και είχαμε μία μόνον αδελφή, την Αννιώ• ο Βιζυηνός κατορθώνει να το πει έτσι ώστε η απλή φράση (και εναρκτήρια του διηγήματός του) να ηχεί ανάλαφρα και μελωδικά, χάρη στην ιδιοφυή πρόταξη της αντωνυμίας ως προανακρούσματος μουσικού:

Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρά μόνον την Αννιώ.

 

Αφήγηση γενικώς

Εξιστορούμε ένα αξιοσημείωτο συμβάν του παρελθόντος με ορισμένην (αιτιακή ή παράλογη, χρονική ή αναχρονισμένη) σειρά των περιστατικών που το στοιχειοθετούν. Αποτέλεσμα μιας αφήγησης είναι το αφήγημα (: παραμύθι, μύθος, διήγημα, μυθιστόρημα κ.ά.).

Γράφοντας «αξιοσημείωτο» εννοούμε το συμβάν που ελκύει το ενδιαφέρον επειδή είναι απροσδόκητο ή, αλλιώς, επειδή η σημασία του ξεφεύγει από τα συνηθισμένα ή τα παραβιάζει: «Ο γάτος ήπιε το γάλα του» δεν είναι αξιοσημείωτο συμβάν• «Ο γάτος ήπιε το γάλα του κι άρχισε να κακαρίζει», όμως, είναι αξιοπερίεργο, γι’ αυτό και θέλουμε να μάθουμε περισσότερα για τον γάτο που ξαφνικά συμπεριφέρεται σαν κότα. (Μα και «Το ήπιε επιτέλους ο γάτος το γάλα του!» μπορεί σε κατάλληλο αφηγηματικό πλαίσιο να γίνει αξιοσημείωτο περιστατικό: ο γάτος επί έξι μήνες δεν το έπινε─ και ήρθε η στιγμή να μας εξιστορήσουν πώς και γιατί μισούσε την αγελάδα.)

Γράφοντας «του παρελθόντος» τονίζουμε ότι με την αφήγηση μεταφερόμαστε από το παρόν στο παρελθόν, γι’ αυτό και τα ρήματα μπαίνουν σε ιστορικό χρόνο («ήπιε», «άρχισε»). Σπανίως αφηγούμαστε περιστατικά που θα συμβούν στο μέλλον─ μα και τότε αναφερόμαστε στο παρελθόν του μέλλοντος (στα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας οι χρόνοι των ρημάτων είναι επίσης παρελθοντικοί, εκτός κι αν συγγράψουμε προφητικό κείμενο ή πούμε σαν Πυθίες το φλιτζάνι).

Γράφοντας ότι η αφήγηση γίνεται «με ορισμένη σειρά» υπογραμμίζουμε ότι οι αφηγηματικές φράσεις είναι τέτοιες ώστε, αν αλλάξουμε την σειρά τους, θα διαφοροποιηθεί και το νόημα. Αν στην περίοδο «Η γη είναι στρογγυλή και έχει πεπιεσμένους τους πόλους» αντιστρέψουμε την σειρά των δύο ανεξάρτητων προτάσεων σε «Η γη έχει πεπιεσμένους τους πόλους και είναι στρογγυλή» το νόημα παραμένει ίδιο, άρα έχουμε περιγραφή και όχι αφήγηση• ενώ όταν η αντιστροφή της σειράς των προτάσεων επιφέρει αλλαγή στο νόημα, όπως στο ακόλουθο παράδειγμα, έχουμε αφήγηση:

Ο γάτος ήπιε το γάλα του και πήδηξε από τον εικοστό όροφο.

Ο γάτος πήδηξε από τον εικοστό όροφο και ήπιε το γάλα του.
 

Στην αφήγηση κάθε φράση ή πρόταση απαντά στην υπονοούμενη ερώτηση «Και μετά τί έγινε;», η επόμενη πρόταση δηλαδή έχει χρονική σχέση (ή και σχέση αιτίου-αιτιατού) με την προηγούμενή της• τούτο δεν ισχύει στο παράδειγμα με την γη (δεν στέκει να πούμε «Η γη έχει πεπιεσμένους τους πόλους επειδή / και μετά είναι στρογγυλή», ισχύει όμως στην σύντομη αφήγηση για τον γάτο («ήπιε… γι’ αυτό/ και μετά πήδηξε»).

[1] Ισχύει η μη αναστρέψιμη σειρά των φράσεων («μπήκε» ─ «σηκώθηκαν» στο πρώτο παράδειγμα) στα ακόλουθα παραθέματα;

(α) Η κυρία Μίνα μπήκε στην τάξη, κι αμέσως όλοι σηκώθηκαν όρθιοι.

(* Κώστας Ταχτσής, «Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας»)

(β) Ο αστυφύλακας άνοιξε τόσα τα μάτια ακούγοντας όσα του έλεγε η Σουσού

κι έφυγε απορημένος.

(* Δημήτρης Ψαθάς, Μαντάμ Σουσού)

(γ) Aνοίξαμε, βγήκαμε από την πόρτα και μπήκαμε στο αυτοκίνητό τους.

Όταν φτάσαμε, ανοίξαμε την πόρτα, βγήκαμε και μπήκαμε.

(* Μποστ, «Μια νύχτα στον Αιγάλεω»)

(δ) Στις τρεις τα χαράματα βγήκε από το σπίτι και χτύπησε στο παράθυρο του επιστάτη.

(*Anton Chekhov, «Ένα αλογίσιο επίθετο»).

 

Nota bene: Όταν ωστόσο π ε ρ ι γ ρ ά φ ο υ μ ε ένα πρόσωπο, ένα τοπίο κ.λπ δεν είναι δεσμευτική η διαδοχή των φράσεων, όπως φαίνεται στο παράδειγμα: «Μόνο η Βαγγελίτσα καθισμένη μακριά από τις άλλες, κατάντικρυ στον ήλιο, που βασίλευε και της χρύσιζε τα ολόξανθα μαλλιά (είχανε φουντώσει με τον αέρα και της σκέπαζαν το πρόσωπο») έτρωγε το ψωμί και τις σταφίδες που είχε χυμένες στην ποδιά της», όπου θα μπορούσε να «έτρωγε το ψωμί και τις σταφίδες… καθισμένη μακριά απότις άλλες» (* Έλλη Αλεξίου, «Η Βαγγελίτσα»• για περισσότερα βλ. εδώ: Περιγραφή).

 

Τα τρία σ υ σ τ α τ ι κ ά της ιστορίας.

 

Το σκηνικό, οι χαρακτήρες και η υπόθεση είναι η τριπλέτα που συνθέτει την μικρή ή μεγάλη ιστορία που διαβάζουμε ή που σκοπεύουμε να γράψουμε.

Με το σκηνικό τοποθετούμε την ιστορία σε τόπο ή/και σε χρόνο (σ’ ένα πάρκο, σε μια σκάλα• ψες στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, μια παγωμένη Κυριακή, την άνοιξη του 1878). Επειδή το σκηνικό είναι ένας δόκιμος όσο και πολύ συνηθισμένος τρόπος να ξεκινήσουμε την ιστορία μας, το έχουμε εντάξει παρακάτω στις αφηγηματικές αρχές, μα δίνουμε ένα παράδειγμα και εδώ:

Ο κ. τμηματάρχης μπαίνοντας στο γραφείο του, δέκα η ώρα το πρωί, βρήκε μέσα το λαμπρόν ήλιο να του ζεσταίνει τις αναφορές, τις υπογραφές και τις αναβολές.

(Ζαχαρίας Παπαντωνίου, «Ο κ. τμηματάρχης έρχεται!»)

 Γενικά μιλώντας εδώ, ο χαρακτήρας του ήρωά μας προκύπτει από αυτά που έκαμε ή που λέει ή που λένε γι’ αυτόν οι άλλοι• «Ο Γιώργος είναι καλό παιδί, παίζει καλό μπάσκετ και εκτιμά τους μουσικούς» είναι πληκτική δήλωση του αφηγητή, ενώ «Τον Γιώργο τον λάτρεψε όλο το σχολείο για τα πέντε τρίποντα που πέτυχε την Κυριακή» παρουσιάζει τον ήρωα μέσ’ από την κρίση των τρίτων, ή «Ο Γιώργος έβγαλε το τελευταίο ευρώ που είχε στην τσέπη του και το έριξε στην θήκη του βιολιού του πλανόδιου οργανοπαίχτη» παρουσιάζει μια πράξη του Γιώργου: τον Γιώργο σε δράση.

Η υπόθεση είναι η διαδρομή της ιστορίας από την αρχή προς το τέλος της. Μπορεί να είναι απλή («Το πρώτο μου ποδήλατο Raleigh») ή σύνθετη («Δύο ένοπλοι κουκουλοφόροι ληστεύουν το Ταχυδρομείο, τραυματίζουν τον φύλακα και προσπαθούν να διαφύγουν με αγωνιστικά ποδήλατα»).
 

Οι  λεπτομέρειες πρέπει να είναι λειτουργικές, δηλαδή στρατευμένες στην εξέλιξη της ιστορίας. 

Πρώτον, πρέπει να είναι σχετικές: αν το θέμα είναι η έκρηξη καυσίμων στο βενζινάδικο, θα περιγράψουμε τον τόπο όπου συνέβη το δυστύχημα και όχι το νόστιμο τσιζ-κέικ της γιαγιάς. 

Δεύτερον, πρέπει οι λεπτομέρειες να συμβάλλουν στην ένταση της εντύπωσης: ένας συνταξιούχος που δεν είχε πάψει όμως ν’ αγαπά την επιχείρηση όπου εργάστηκε επί σαράντα χρόνια, προειδοποίησε για το φοβερό ενδεχόμενο, καθώς είχε προσέξει ότι τα πουλιά μαζεύονταν πάνω σ’ ένα ντεπόζιτο κ.λπ.

 

Ο δ η γ ί ε ς γ ι α τ ο ξ ε κ ί ν η μ α

Η εναρκτήρια φράση μπορεί να σχετίζεται με το κύριο θέμα είτε να είναι άσχετη από αυτό• να είναι ένα ξάφνιασμα, μια ερώτηση/απορία, μια δήλωση, μια κραυγή, μια περιγραφή, ένα παιχνίδισμα γλωσσικό ή νοηματικό. Μπορεί εξάλλου να πατά σε στερεότυπες φόρμες και μέσ’ από εκεί να τολμά τις ανατροπές της. Μπορεί να είναι ρεαλιστική, μυθοπλαστική, σουρεαλιστική, αλληγορική─ κυρίως πρέπει να προκαλεί το ενδιαφέρον, αλλιώς ο αναγνώστης μας θα βαρεθεί και θα σταματήσει το διάβασμα.

Ξεκινούμε με κάτι που (α) είναι πρωτάκουστο, που δεν το έχει πει κανένας έτσι ποτέ μέχρι τώρα (π.χ. «Χτες χλαπάκιασα ένα πεντάκιλο παγωτό») και (β) κι αν δεν είναι πρωτάκουστο, είναι τουλάχιστον ερεθιστικά λειψό (π.χ. «Κράτησέ με, νύχτα»), είναι συγκεκριμένο και όχι αόριστο (π.χ. «Σπαστά σγουρά μαλλάκια που μυρίζαν σέλινο» και όχι «Ωραίο κεφάλι»). Ας τα δούμε λίγο καλύτερα: Η ελκυστική αρχή, που είναι το ήμισυ του παντός, πρέπει να είναι τόσο λειψή ─αλλιώς: να αφήνει τέτοια ερεθιστικά κενά─ όσο χρειάζεται για να παρασύρουμε τον αναγνώστη να διαβάσει και τα παρακάτω• με τις πρώτες κιόλας φράσεις παρουσιάζουμε μιαν εκκρεμότητα που προκαλεί την περιέργεια του αναγνώστη και τον σπρώχνει να συνεχίσει για να μάθει γιατί και πώς έγινε αυτό: 

Το σιγανό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα της κουζίνας, και όταν την άνοιξε η κυρία Ο’Μπράιαν, στην πίσω βεράντα ήταν ο καλύτερος νοικάρης της, ο κύριος Ραμίρεζ, και δύο αστυνομικοί, ένας από κάθε μεριά του. Ο κύριος Ραμίρεζ στεκόταν εκεί, περιστοιχισμένος και μικρός.

(Ray Bradbury, «Δεν θα σε δω ποτέ», Αμερικανικό Μπονζάι)

 

Ως εναρκτήρια φράση Η γη είναι στρογγυλή δεν προκαλεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον, και μοιάζει αρκούντως πληκτική ώστε να φανεί χρήσιμη ως παράδειγμα για τις προτάσεις κρίσης της Λογικής ή για την γλωσσική διδασκαλία του κατηγορήματος• ενώ η φράση Η γη είναι στρογγυλή, ρε κοιμισμένε! γίνεται λιγότερο αδιάφορη και κινείται στον χώρο που μας ενδιαφέρει: της αφήγησης.

Προσθέτουμε δικές μας παραλλαγές στην φράση «Η γη είναι στρογγυλή» (π.χ. «Η γη είναι στρογγυλή κι όταν ξεκινάμε για την πενταήμερη, στρογγυλότερη», «Η γη είναι στρογγυλή κι όταν είσαι κοντά μου, στρογγυλότερη»).

Συνηθισμένα συμβάντα τα τροποποιούμε (π.χ. κάνουμε παράξενα) ώστε να διεγείρουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη (π.χ. «Ο ήλιος έδυε αλλά εγώ ήθελα μια πεταλούδα οπωσδήποτε», «Η πρασιά ήταν σκέτος σκουπιδότοπος. Στην μέση ανέμιζε το κοκκινόμαυρο, κατακαίνουριο λάβαρο της Μπάρτσα• κάποιοι του συστεγαζόμενου σχολείου το είχαν στήσει μες στη νύχτα ή τα χαράματα», «Ο σκύλος έσκαβε το χώμα και βρήκε το πτώμα»).

 

Ε σ τ ί α σ η (αφηγηματική σκοπιά)

  Η τριτοπρόσωπη αφήγηση πιστώνεται στον συγγραφέα-θεό, που είναι παντεπόπτης και παντογνώστης• είναι σε θέση να ανιχνεύσει και να εκμαιεύσει για χάρη των αναγνωστών ακόμη και τις πιο μύχιες σκέψεις των ηρώων του. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι υποκειμενική, με την έννοια ότι ο αφηγητής περιορίζεται στα όρια της δικής του αντίληψης και εμπειρίας (αγνοεί π.χ. για ποιον λόγο το πρόσωπο της Ελένης έχει σκοτεινιάσει). Ο υποκειμενικός αυτός αφηγητής  εμπλέκεται κατά κανόνα και ο ίδιος στην ιστορία που αφηγείται (βλ. το διήγημα του Βαλτινού). Το β΄πρόσωπο ενικού ή πληθυντικού αριθμού το χρησιμοποιούμε στους διαλόγους της ιστορίας και σπάνια ως αφηγηματικό πρόσωπο─ όταν ένας συγγραφέας το χρησιμοποιήσει μέσα στην αφηγηματική ροή, απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη του, επιδιώκοντας να τον κάμει συνεργό στην αφήγηση και έτσι να τον προσεταιριστεί ακόμη περισσότερο (π.χ. «Και τώρα σκέψου εσύ, αναγνώστη, αν θα μπορούσε ποτέ η Ελένη να έχει σκυθρωπό πρόσωπο»).


Σ κ η ν ι κ ό της ιστορίας

Πρόκειται για τον προσανατολισμό/orientation των γλωσσολόγων ή αλλιώς για το αφηγηματικό πλαίσιο της αφηγηματολογίας. Πολύ απλά, ξεκινούμε την ιστορία απαντώντας σε υποτιθέμενες αδρές ερωτήσεις όπως: Ποιος, Τι, Πότε, Πού, Πώς, Γιατί (σε όλες ή σε μερικές από αυτές)• την τεχνική την εφαρμόζουν οι δόκιμοι συγγραφείς.


Υ π ό θ ε ση: αρχή, μέση και τέλος.

«Είναι ευκολότερο να γράψεις για τον Σωκράτη παρά για μια νέα κοπέλα ή για έναν μάγειρα» (Chekhov): Η αφήγηση αρχίζει με μερικές πληροφορίες που στοιχειοθετούν το σκηνικό, εξελίσσεται με μιαν εκτροχίαση από τα συνηθισμένα, κορυφώνεται στο αξιοσημείωτο συμβάν (π.χ. σύγκρουση δύο αντίθετων συμπεριφορών ή χαρακτήρων) και περαιώνεται. Το τελείωμα της ιστορίας μπορεί να γίνει με την αποτίμηση του αξιοσημείωτου συμβάντος ή με την επαναφορά του χρόνου από το παρελθόν στο παρόν, δηλ. με μιαν ακροτελεύτια φράση ή παράγραφο που ανήκει στην αφήγηση και ταυτόχρονα μας βγάζει από αυτήν, ή συχνά με κάποια λεπτομέρεια που τοποθετεί την ιστορία ή τον ήρωά της σε μια κλίμακα αξιών (όλα αυτά ένα στο παράδειγμα, λίγο πιο κάτω).

Μέσα στην υπόθεση της ιστορίας μπορούμε να σφηνώσουμε σχόλια, να παραθέσουμε φράσεις από άλλο κείμενο, να εγγράψουμε τα συναισθήματα, τις ιδέες ή τις κρίσεις του αφηγητή και των ηρώων, να δώσουμε στοιχεία για τον χαρακτήρα των ηρώων, να προβούμε σε συγκρίσεις, να αξιοποιήσουμε τις επαναλήψεις για έμφαση, καθώς και να αναφερθούμε σε άλλη εξέλιξη της ιστορίας, που ενδεχόταν μα δεν συνέβη τελικά («irrealis clauses», βλ. Labov, Narratives)• όλα αυτά στο φτιαχτό παράδειγμα που ακολουθεί, σε οικονομημένη συσκευασία:


Γύριζα από τη δουλειά μπαϊλντισμένος. Όπως πήγαινα να πάρω το λεωφορείο ένας τύπος μού ’χωσε μιαν αγκωνιά, που κόντεψα να πέσω. «Ζήτα συγγνώμη, ρε», του λέω, μα έκανε να προσπεράσει─ που πιο πολύ αυτό με μπαρούτιασε: που πήγε να προσπεράσει, σκέτο ζώο, αδιάφορα κι όχι δήθεν αδιάφορα. «Έι, φωνάζω, Κύριος, δεν ακούς;». Κουφό ο τύπος, προχωρούσε. Ποιος έχασε τη συγγνώμη για να τη βρει αυτός. Από τα τραπεζάκια μάς κοιτάζαν με περιέργεια και κάποιος ψιλοσφύριζε το «Κι αν σου μιλώ, σου μιλώ, σου μιλώ». «Ρε, σύ!» ούρλιαξα, τίποτα. Τον ξάπλωσα μ’ ένα uppercut, που το ξέρω να σ’ το γράψω και στα ξένα─ τα αριστερά άπερκατ μού πετυχαίνουν πάντα εμένανε, απ’ το δημοτικό. Λίγο πιο δυνατή και θα σ’ τον άφηνα σέκο. Δεν έπαιρνε από λόγια, αφού. Ο παπάρας. Την άλλη μέρα όμως ήρθε και με βρήκε, πιωμένος είταν λέει, και στο φινάλε γίναμε φίλοι.


Στον πιο κάτω πίνακα αντιστοιχίζουμε όσα αφηγηματικά γνωρίσματα προείπαμε με φράσεις από το φτιαχτό αφηγηματάκι:

 

Αφηγηματική φράση

γύριζα από τη δουλειά μπαϊλντισμένος  

Αφηγηματικό γνώρισμα

σκηνικό / πλαίσιο 

ένας τύπος μού ’χωσε μιαν αγκωνιά, κόντεψα να πέσω  εκτροχίαση / «triggering event» 
πιο πολύ αυτό με μπαρούτιασε   έκφραση συναισθήματος 
κουφό ο τύπος  χαρακτήρας 
σκέτο ζώο   σύγκριση 
αδιάφορα κι όχι δήθεν αδιάφορα  κρίση 
ποιος έχασε τη συγγνώμη για να τη βρει αυτός   σχόλιο 
«Κι αν σου μιλώ, σου μιλώ, σου μιλώ»   παράθεμα 
«Ρε, σύ!»  επανάληψη 
τον σώριασα μ’ ένα uppercut  αξιοσημείωτο συμβάν 
τα αριστερά άπερκατ μού πετυχαίνουν  χαρακτήρας  
λίγο πιο δυνατή και θα σ’ τον άφηνα σέκο «irrealis clause»
δεν έπαιρνε από λόγια  αποτίμηση 
Την άλλη μέρα όμως γίναμε φίλοι  καταληκτική φράση / περαίωση 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επιχειρούμε δευτερεύουσες τροποποιήσεις στο νόημα, που δεν αλλοιώνουν την λογική δομή της αφήγησης:

Φράση στην φτιαχτή αφήγηση Εναλλάξιμη υπόθεση

γύριζα από τη δουλειά μπαϊλντισμένος έφευγα για το σπίτι μπαϊλντισμένος

πήγαινα να πάρω το λεωφορείο έβγαινα από την καφετέρια

μού ’χωσε μιαν αγκωνιά μού ’ριξε μια ροχάλα

που κόντεψα να πέσω που βούλωσε το μάτι μου

κάποιος ψιλοσφύριζε «Κι αν σου μιλώ…» κάποιος φώναξε … …

τον σώριασα μ’ ένα uppercut ... … …

 

Φ ι ν ά λ ε (αφηγηματική έκβαση)

 

Τίποτε δεν εμποδίζει να ξεκινήσουμε την αφήγηση από το τέλος ή από

την μέση της ιστορίας. Ο Stephen King συνιστά: Αν έχετε βρει ένα καλό τέλος, γράψτε πρώτα αυτό και μετά θα δείτε τι θα κάνετε με τα υπόλοιπα. Μα, όπως κι αν την ξεκινήσουμε την ιστορία που μισοπλάσαμε στο μυαλό μας θα έχουμε έτσι ή αλλιώς μιαν αρχή, μια μέση, και μιαν έκβαση• στο προηγούμενο φτιαχτό παράδειγμα, η αρχή με ανάλαφρη τροποποίηση (όσο πατά η γάτα!) γίνεται τέλος κι αντιστρόφως:

[ΑΡΧΗ:] Τον ξάπλωσα με μια γροθιά αλλά μετά γίναμε φίλοι. Είταν ένας πιωμένος …

[ΕΚΒΑΣΗ:] Κι όλα αυτά ενώ γύριζα από την δουλειά μπαϊλντισμένος.»

 

Μίμης Σουλιώτης, Δημιουργική Γραφή, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, Π.Ι., 2012 

 

ΔΙΗΓΗΜΑ

Χαρακτηριστικά

1.ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Θέλω ο αφηγητής μου, το πλαστό δηλαδή πρόσωπο που αφηγείται την ιστορία, να αποτελεί και έναν από τους ήρωες, να είναι δηλαδή «δραματοποιημένος» ή προτιμώ να είναι αμέτοχος;

Α. Συνηθισμένα γραμματικά πρόσωπα αφηγητών που βρίσκονται μέσα στην ιστορία είναι το α και β, σε ενικό είτε πληθυντικό.

Π.χ.: α΄ εν. Σήμερα, καθώς πήγαινα στο σχολείο, δέχτηκα επίθεση από έναν ένοπλο   

                    άνδρα.

         α΄ πληθ. Σήμερα , καθώς πηγαίναμε στο σχολείο, δεχτήκαμε επίθεση από  

                         έναν ένοπλο άνδρα.

         β΄ εν. Σήμερα, καθώς πήγαινες στο σχολείο, δέχτηκες επίθεση από έναν 
                         ένοπλο άνδρα.

         β΄ πληθ. Σήμερα, καθώς πηγαίνατε στο σχολείο, δεχτήκατε επίθεση από έναν 
                          ένοπλο άνδρα.

Η επιλογή των παραπάνω γραμματικών προσώπων χαρίζει σ’ ένα κείμενο ζωντάνια, παραστατικότητα, αμεσότητα, έναν εξομολογητικό τόνο. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ειδικά για το α πρόσωπο ότι το «εγώ» του συγγραφέα δεν ταυτίζεται με το «εγώ» του αφηγητή, πχ εσύ ως υποψήφιος συγγραφέας έχεις ένα «εγώ» που είναι μαθητής ή μαθήτρια Λυκείου με ποικίλα ενδιαφέροντα, στο έργο όμως που θα γράψεις, αν επιλέξεις έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή, αυτό το «εγώ» μπορεί να είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, άνδρας ή γυναίκα, οποιασδήποτε ηλικίας, που παρουσιάζει την ιστορία από τη δική του οπτική γωνία . Όσον αφορά  το β πρόσωπο-το πιο σπάνιο απ’ όλα- θυμίζει επιστολή και δίνει την ψευδαίσθηση διαλόγου.

Β. Συνηθισμένο γραμματικό πρόσωπο αφηγητή που παρακολουθεί αμέτοχος τη ιστορία είναι το γ, το πρόσωπο αυτού που συχνά αποκαλείται «παντογνώστης» αφηγητής, γιατί είναι σαν να βρίσκεται κάπου ψηλά στον ουρανό και να γνωρίζει τα πάντα, ακόμα και τις πιο μύχιες σκέψεις των ηρώων. Πρόκειται για το πιο συνηθισμένο και οικείο σε μας γραμματικό πρόσωπο, αν σκεφτούμε πως ακόμα και ο Όμηρος, 2.500 χρόνια πριν, αυτό επέλεξε για να αφηγηθεί την ιστορία του.

Π. χ: γ εν. Σήμερα, καθώς ο Γιώργος πήγαινε στο σχολείο, δέχτηκε επίθεση από 

                   έναν ένοπλο άνδρα.

        Το ίδιο ισχύει και με το γ. πληθ.

Η επιλογή του γ προσώπου σημαίνει ότι αυτό που θέλω να δώσω στο έργο μου είναι αποστασιοποίηση και αντικειμενικότητα, κάποια ψυχρότητα στην περιγραφή.

Ας ξανασκεφτώ επομένως πιο συνειδητά ποιος θέλω να την πει την ιστορία μου. Θα εμφανίζεται ή όχι μέσα σ’ αυτή; Και φυσικά να έχω υπόψη μου ότι στο σύγχρονο μοντέρνο μυθιστόρημα μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει περισσότερους από έναν αφηγητές, π. χ: κάθε κεφάλαιο το αφηγείται ένας διαφορετικός αφηγητής σε α΄ ενικό……ή σε κάθε κεφάλαιο επιλέγω ξεχωριστό γραμματικό πρόσωπο…..ή κάποιος αφηγείται το παρελθόν, κάποιος άλλος το παρόν, ένας τρίτος το μέλλον….και άλλοι άπειροι συνδυασμοί!

Αν όμως είστε παραδοσιακοί τύποι μια χαρά είναι και το γ πρόσωπο, όπως έκανε και ο Όμηρος, ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, ο Καζαντζάκης και γενικά όλοι οι σπουδαίοι κλασικοί συγγραφείς! 

2. ΧΡΟΝΟΣ

Οι τρεις βασικοί γραμματικοί χρόνοι που θα επιλέξω να χρησιμοποιήσω είναι ο Ενεστώτας για το παρόν, ο Αόριστος για το παρελθόν και ο Μέλλοντας για το μέλλον. Φυσικά υπάρχουν και οι υπόλοιποι χρόνοι για να χρωματίσουν τους τρείς βασικούς. Η ιστορία μου γίνεται στο παρόν, έγινε στο παρελθόν ή θα γίνει στο μέλλον;

-Αν τα γεγονότα διαδέχονται χρονικά το ένα το άλλο, δηλαδή τα αφηγούμαι με τη σειρά που γίνονται, τότε η αφήγησή μου είναι ευθύγραμμη ή γραμμική.

-Έχω όμως και την επιλογή, ενώ μιλάω στο παρόν, να γυρίσω κάποια λεπτά, ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια πίσω και να παρουσιάσω κάτι στην ιστορία μου από το παρελθόν που θα φωτίσει το παρόν.  Εγώ επιλέγω αν και πότε θέλω να κάνω αυτές τις αναδρομές στο παρελθόν-το συνηθέστατο flash back στις ταινίες.

-Αν πάλι αφηγούμαι το παρόν και θέλω να προϊδεάσω τους αναγνώστες μου για κάτι που αφορά το μέλλον, μπορώ να βάλω μέσα στην ιστορία μου μια φράση που προετοιμάζει ψυχολογικά τον αναγνώστη γι’ αυτό που πρόκειται να συμβεί. Αυτό που στα έπη ονομάζαμε προοικονομία, στο διήγημα- μυθιστόρημα το λέμε προσήμανση. Φυσικά και ένα ολόκληρο κεφάλαιο μπορεί να είναι μια «αναδρομή στο μέλλον», θα μπορούσε π. χ να είναι ένα προφητικό όνειρο.

-Και φυσικά μπορώ να αφηγηθώ την ιστορία μου μπερδεμένα, ακόμα και από το τέλος προς την αρχή, αρκεί να αφήνω περιθώρια στον αναγνώστη να ξεμπερδέψει το κουβάρι( ένας καλός τρόπος για να το δοκιμάσετε αυτό είναι να γράψετε κανονικά την ιστορία και έπειτα να την πείτε από την ανάποδη, χρειάζεται όμως προσοχή ώστε να κάνετε τις απαραίτητες συνδέσεις.)

3. ΧΩΡΟΣ

Η ιστορία που αφηγούμαι τοποθετείται σε ένα χρόνο και φυσικά σε έναν χώρο, αφού πρέπει να υπάρχει εντός της ένα κεντρικό γεγονός που πρέπει να προσδιοριστεί τόσο χρονικά όσο και τοπικά. Ο χώρος αυτός μπορεί να είναι εύπλαστος ή συμβολικός. Κανείς π. χ δε με εμποδίζει στη μία σελίδα του διηγήματος μου να βρίσκομαι στη Νέα Υόρκη και στην άλλη στο Παρίσι. Όλα μπορούν αν συμβούν στη λογοτεχνία αρκεί να έχουμε προετοιμάσει τον αναγνώστη γι’ αυτό.

-Αν θέλω να περιγράψω λεπτομερέστερα έναν τοπίο(ανοιχτό ή κλειστό χώρο), τότε θα μπορούσα ίσως να δοκιμάσω να το περιγράψω  και με στοιχεία που δεν αναφέρονται μόνο στη όραση, π. χ  ήχους, μυρωδιές, την αίσθηση της αφής του χώρου, ακόμα και της γεύσης.

-Θα μπορούσα ακόμα να φανταστώ το χώρο εκείνο στην αντίθετη από την κατάσταση που τον γνωρίζω, π. χ το σχολείο τη νύχτα.

4. ΠΡΟΣΩΠΑ

Σε ένα διήγημα πρέπει να έχω έναν τουλάχιστον πρωταγωνιστή και κάποιους δευτερεύοντες χαρακτήρες. Κανένα πρόσωπο δεν είναι αδιάφορο. Όλα τα έχω συνειδητά επιλέξει προκειμένου να εκφράσω μέσω αυτών τις απόψεις μου. Στην πραγματικότητα τα πρόσωπα που τοποθετώ στην ιστορία μου είναι φορείς των δικών μου ιδεών, είναι πρόσωπα-σύμβολα.

-Έχω λοιπόν να σκεφτώ τα ακόλουθα:

α. Σχολιάζω εγώ ο ίδιος τους χαρακτήρες ή αφήνω τα χαρακτηριστικά τους να εμφανιστούν μέσα από τις ίδιες τους τις πράξεις και τα λόγια τους; Το δεύτερο –που στη λογοτεχνία αποκαλείται «δραματική μέθοδος» παρουσίασης των προσώπων-είναι σαφώς προτιμότερο για να αφήσω τον αναγνώστη ανεπηρέαστο να σχηματίσει τη δική του γνώμη χωρίς εγώ να τον κατευθύνω. Τους χαρακτήρες  δηλαδή τους «πλαγιοκοπούμε», τους διαγράφουμε από λεπτομέρειες, υπαινιγμούς και όχι κατά μέτωπο. Μάλιστα, είναι αποδεκτή η πεποίθηση στον κύκλο των λογοτεχνών ότι όσο πιο ώριμος είναι ο συγγραφέας, τόσο περισσότερο αποσύρεται από την ιστορία.

β. Το διήγημά μου δε θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν εντός του δεν παρουσιάζεται ένα είδος σύγκρουσης-προβλήματος που ο ήρωας προσπαθεί να λύσει. Η σύγκρουση μπορεί να προκύψει από κάποιον ανταγωνιστή, δευτερεύοντες χαρακτήρες ή ακόμα και μέσα στην ψυχή του ήρωα. Γενικά για να υπάρχει διήγημα εκτός από το κεντρικό αφηγηματικό γεγονός, χρειάζεται η αντίθεση, ένας σημαντικός μηχανισμός παραγωγής νοήματος. Γι’ αυτό, μέσα σε ένα ομοιόμορφο περιβάλλον εισάγουμε ένα στοιχείο που θα ξενίσει τον αναγνώστη και θα προκαλέσει τη συναισθηματική του συμμετοχή, αφού πρωταρχικός σκοπός της λογοτεχνίας είναι η συν-κίνηση. Η ανατροπή μπορεί να επιτευχθεί με: χιούμορ, ειρωνεία, σάτιρα, υπερβολή, απροσδόκητη εξέλιξη, αυτοσαρκασμό και γενικά με όλα εκείνα τα στοιχεία που υπονομεύουν την «κανονική», «φυσιολογική» εξέλιξη.

γ. Ο πρωταγωνιστής(ή πρωταγωνιστές) θα εξελιχθεί στο τέλος της ιστορίας ή θα μείνει στάσιμος εσωτερικά;

5. ΜΥΘΟΣ-ΠΛΟΚΗ

Μύθος είναι η ιστορία που θέλω να αφηγηθώ, π. χ ο Όμηρος θέλησε να αφηγηθεί την ιστορία της επιστροφής του Οδυσσέα στο σπίτι του στην Ιθάκη μετά τη λήξη του Τρωικού πολέμου.

Πλοκή είναι ο τρόπος που θα επιλέξω για να πω την ιστορία, η τρόπος με τον οποίο θα την οργανώσω, το σύνολο των τεχνικών μέσων που θα μεταχειριστώ, με λίγα λόγια η τεχνική μου. 

-Κάποιοι λένε πως «τα όρια ενός συγγραφέα είναι τα όρια της τεχνικής του». Και είναι εύλογο, αφού ειδικά στις μέρες μας που έχουν ειπωθεί πια τα πάντα, αυτό που κυρίως κάνει τη διαφορά  είναι το πώς θα πούμε την ιστορία μας και όχι τόσο το τι αυτή περιέχει.

- Στο σημείο αυτό θα χρειαστεί να γίνουν κάποιες επισημάνσεις. Καλό είναι να τις προσέξετε:

α. Είναι σημαντικό να αναλογιστείτε γιατί γράφετε ό, τι γράφετε; Υπάρχει κάποιο μήνυμα που θέλετε να μεταδώσετε με το έργο σας; Εντοπίστε το και μην ξεχνάτε ότι κάθε πρόταση μέσα στο έργο σας δεν πρέπει να βρίσκεται τυχαία εκεί αλλά να ικανοποιεί μια πρόθεσή σας.

β. Όσο και αν επιθυμείτε να αντλήσετε από τα προσωπικά σας βιώματα, να το κάνετε με προσοχή. Συχνά χάνουμε  το μέτρο όταν η αφήγηση στρέφεται γύρω από αυτά που έχουμε ζήσει με αποτέλεσμα να υποπίπτουμε σε δύο «θανάσιμα» για τους λογοτέχνες σφάλματα: τη συναισθηματολογία/λυρισμό και το διδακτισμό. Θεωρείται πολύ ξεπερασμένο να γράφουμε σαν τις παλιές ελληνικές ταινίες με το Νίκο Ξανθόπουλο. Αυτό δε σημαίνει ότι το έργο μας πρέπει να είναι ψυχρό και κενό ζωής, απλώς με μέτρο το μελό και οι συναισθηματικές εξάρσεις που «κραυγάζουν» από μακριά. Ο διδακτισμός πάλι είναι η φυσική μας τάση να θέλουμε να μεταδώσουμε στον αναγνώστη μέρος από τη σοφία μας, που συχνά γίνεται κουραστική ηθικολογία, σύνθημα και προπαγάνδα. Καλό είναι να αποφεύγεται. Αν η ιστορία μας έχει να μεταδώσει κάποια συγκίνηση, προβληματισμό  ή γνώση, αυτό θα γίνει μέσα από την ίδια τη  δράση και όχι μέσα από τα σχόλιά μας γι’ αυτή τη δράση. Είναι ωστόσο θεμελιώδες να υποβάλλεται μια ατμόσφαιρα και εντυπώσεις.

γ. Κάποιος άλλος πάλι είχε πει ότι «ένας συγγραφέας δε φαίνεται τόσο από αυτά που γράφει όσο από αυτά που σβήνει». Και είναι αλήθεια ότι στην προσπάθειά μας να τα πούμε όλα, γινόμαστε φλύαροι, εξηγούμε τα πάντα στον αναγνώστη και δεν τον αφήνουμε κι αυτόν να κοπιάσει λίγο για ανακαλύψει το κείμενο κάτω από τις λέξεις. Στην Τέχνη γενικά οφείλουμε να σιωπούμε περισσότερο απ’ όσο μιλάμε, συγκρατούμε τη δίψα μας να μιλάμε για διάφορα. Η τέχνη της αφαίρεσης είναι πολύ σημαντική. Γι’ αυτό, μη διστάσετε να σβήσετε πολλά που εννοούνται όταν θα έχετε ολοκληρώσει την πρώτη γραφή του έργου σας. Μη διστάσετε ακόμη να ζητήσετε τη γνώμη και άλλων για κάτι που σας ζορίζει. Ίσως σας δώσουν ιδέες που αρχικά δεν είχατε φανταστεί.

δ. Ειδικότερα, όσον αφορά το τέλος της ιστορίας μου, είναι αυτό απροσδόκητο ή έχω προετοιμάσει σταδιακά τον αναγνώστη γι’ αυτό; Είναι μονοσήμαντο ή επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες; Μήπως μένει ανοιχτό, που είναι χαρακτηριστικό του μοντερνισμού;(συνηθίζεται στη λογοτεχνία μάλιστα, η σπουδαιότητα ενός συγγραφέα να εξαρτάται από την πολλαπλότητα της ανάγνωσης που επιδέχονται τε έργα του). Χαρακτηριστικά σας αναφέρω ότι ένας σύγχρονος νομπελίστας συγγραφέας από την Πορτογαλία, ο Ζοζέ Σαραμάγκου σε ένα έργο του έδωσε δύο διαφορετικά τέλη. 

ε. Οι λέξεις που επιλέγω να χρησιμοποιήσω αυτομάτως δημιουργούν το ύφος του λόγου μου. Το ύφος είναι μορφή: μετάβαση από την καθημερινή χρήση της γλώσσας σε μια λογοτεχνική χρήση της. Οφείλω να βρω την κατάλληλη γλωσσική ένδυση για το θέμα που με απασχολεί. Με απλά λόγια η γλώσσα μου πρέπει να είναι αντίστοιχη του θέματος που επέλεξα να παρουσιάσω. Δεν μπορώ δηλαδή, π.χ. να επιθυμώ να αφηγηθώ μία ιστορία κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης σε ένα νοσοκομείο και να μην αναφερθώ καθόλου σε ορολογία ιατρική, σε εργαλεία κατά τη διάρκεια της επέμβασης κλπ. Επιπλέον, η λογοτεχνία οφείλει να μεταδίδει  μια ψευδαίσθηση επισημότητας, δηλαδή το ορθό είναι να αποφεύγεται η προφορικότητα στην αφήγηση( με εξαίρεση τους διαλόγους) και οι τετριμμένες εκφράσεις.

στ. Εκεί που υποτίθεται δεν παρεμβαίνει καθόλου ο αφηγητής είναι ο διάλογος. Ο διάλογος είναι ένα αυτούσιο κείμενο πραγματικότητας που ζωντανεύει πάντα την αφήγηση γι’ αυτό και πρέπει να του δίνουμε τη δέουσα προσοχή.

ζ. Συχνή είναι και η προσωποποίηση άψυχων αντικειμένων, ζώων κλπ, πχ σπίτια που μιλάνε, ζώα που εκφράζουν συναισθήματα, αν και αυτό στο σύγχρονο μυθιστόρημα θεωρείται ξεπερασμένο και αφελές.

η. Οι συγγραφείς συχνά απομακρύνονται από την παραδοσιακή στίξη, δηλαδή πολύ απλά χρησιμοποιούν ελάχιστα σημεία στίξης. Αυτό μπορεί να γίνει για ποικίλους λόγους. Οι δύο επικρατέστεροι είναι: α.  η ανάγκη τους να απελευθερωθούν από τη στίξη(κόμματα, ερωτηματικά, θαυμαστικά, εισαγωγικά κλπ) που νιώθουν ως καταπίεση της δημιουργικότητάς τους  β. λόγοι επίδειξης και εντυπωσιασμού.

ΠΟΙΗΜΑ

Ποιο είναι  το θεμέλιο της ποίησης που στηρίζει ολόκληρο το οικοδόμημά της;

Η ποίηση έχει τη μαγική ικανότητα να πυκνώνει το λόγο. Αυτό που περιγράφω εγώ με μία παράγραφο, ο ποιητής μπορεί να το υποδηλώσει  με ένα μόνο στίχο. 

-Και φυσικά αυτό κατορθώνεται επειδή στην ποίηση η κάθε λέξη, όσο μικρή και ταπεινή και αν ακούγεται, έχει την αυτοτέλειά της, τη δική της κρυμμένη δύναμη. 

-Το πώς η κάθε λέξη  ακούγεται, εκεί πρέπει να εστιάσω για να δημιουργήσω ένα έργο με μουσικότητα που να το διαπερνά από την αρχή ως το τέλος, είτε πρόκειται για ποίημα με ομοιοκαταληξία είτε για ποίημα με ελεύθερο στίχο.(πρόταση: διαβάστε ποιήματα άγνωστα ή και γνωστά σε σας και επικεντρωθείτε στο άκουσμά τους και μόνο. Διαπιστώνετε κάτι;)

-Σημαντικό όπλο στη διαδικασία της πύκνωσης του νοήματος είναι η δύναμη του συμβολισμού. Συχνά μια εικόνα μπορεί να αποδώσει πιο εύγλωττα  μια κατάσταση. Στο πρώτο παράδειγμα ο Παλαμάς επιλέγει να αποδώσει το συναίσθημα της θλίψης και της ερημιάς με την εικόνα του κυπαρισσιού που στεκόταν μόνο του στο τοπίο. Το ίδιο το κυπαρίσσι γίνεται σύμβολο εκείνη τη στιγμή, μεταστοιχειώνεται σε κάτι άυλο.

-Στο πλαίσιο του συμβολισμού κινούνται τα δύο πιο χαρακτηριστικά σχήματα λόγου, η μεταφορά και η παρομοίωση. Μπορείτε να κάνετε μια άσκηση: σκεφτείτε ένα αφηρημένο ουσιαστικό, πχ αγάπη, χαρά, απορία, ευτυχία….Τώρα προσπαθήστε να το περιγράψετε με όρους αντικειμενικούς. Δηλαδή προσπαθήστε να απαντήσετε, με τι μοιάζει, πώς θα ακουγόταν, ποια θα ήταν η γεύση του αν  τρωγόταν, η αφή του αν το  αγγίζατε, το άρωμά του, τι θα έλεγε αν μιλούσε;

-Ο ίδιος ο τίτλος του ποιήματος πολλές φορές υποβάλλει μια ατμόσφαιρα, ωθεί στη νοηματική προσπέλαση του έργου ή –πιο σπάνια- την αποτρέπει για κάποιο λόγο.

-Άλλη πρακτική άσκηση: συγκεντρωθείτε σε ένα μουσικό κομμάτι, κατά προτίμηση ορχηστρικό(χωρίς λόγια) και ακούγοντάς το καταγράψτε ό, τι εικόνες αυτό σας γεννά.(το ίδιο μπορεί να γίνει και μπροστά σε έναν ζωγραφικό πίνακα)

Να ένας υπερρεαλιστικό ορισμός της ποίησης του Ανδρέα Εμπειρίκου:

«Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι  είναι λευκοί. Τ’ άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.»

Μαργαρίτα Στεφάνου 




ΔΙΑΛΟΓΟΣ

1.«Γιατί αλήθεια μ’ αποφεύγεις;» την ρώτησε γέρνοντας λίγο στα πλάγια τα σκουλαρίκια της.

«Κι εσύ επειδή πήρα τη θέση της μάνας σου σ’ αυτό το σπίτι;»

« Την θέση της μάνας μου;» έκανε η Ιουλία. «Όχι … εγώ δεν».

«Εσύ ξέρω πώς δεν είσαι χαρούμενη από πριν πάρω τον πατέρα σου», της είπε η Πέρσα ερευνώντας την γύρω απ’ τα μάτια και το στόμα. «Γιατί όμως; Και γιατί μ’ αποφεύγεις αντί να μου πεις τι σε τρώει;»

«Δεν … τίποτα», ψέλλισε η Ιουλία, «ήρθα να δω πώς πάει το κοριτσάκι … Κι εγώ τότε έτσι…

Μα ύστερα … Ω, τίποτα».

«Ω-τίποτα», ακούστηκε μια ανάλαφρη ηχώ από πίσω: η μικρή Ιουλία ακόμα έπαιζε, όποτε

ξυπνούσε, με τα λόγια της μεγάλης …

«Μείνε λίγο», της είπε χαμηλόφωνα αλλά με ζέση η Πέρσα, «μόνο μαζί σου μιλάει έτσι, δεν

την ακούς;»

«Ξέρω …» είπε η Ιουλία κι έσκυψε αναπάντεχα πολύ κοντά στην μητρυιά της: της είπε κάτι πολύ-πολύ σιγά, πιο πολύ το χνώτο της άκουσε παρά την φωνή της. Και βιάστηκε να τραβηχτεί στην πόρτα .

«Στάσου … τι είπες;» ρώτησε εκείνη πηγαίνοντας κοντά της.

Ζυράννας Ζατέλη, Και με το φως του λύκου επανέρχονται, Εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1994, σ.465.

 

2.ΚΥΡΙΑ ΡΩΝΕΫ: Αν με βοηθούσατε ν’ ανεβούμε αυτό το γκρεμό, δεσποινίς, σκέφτομαι ότι ο Δημιουργός σας θα σας το ανταπέδιδε, εκείνος τουλάχιστο.

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΦΙΤΤ: Άιντε, άιντε, κυρία Ρώνεϋ, μη μου δείχνετε τα νύχια σας. Θα μου το ανταπέδιδε! Αυτές τις αγγαρείες τις κάνω δωρεάν – ή καθόλου. (Κατεβαίνει λίγα σκαλοπάτια,

σταματά). Θέλετε δίχως άλλο να στηριχθείτε πάνω μου;

ΚΥΡΙΑ ΡΩΝΕΫ: Ζήτησα από τον κ. Μπαρέλλ να μου δώσει το μπράτσο του, απλώς να μου δώσει το μπράτσο του. (Παύση). Μου γύρισε την πλάτη και μ’ άφησε εδώ.

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΦΙΤΤ: Λοιπόν, το μπράτσο μου θέλετε τότε; (Παύση. Ανυπόμονη). Λοιπόν, είναι το μπράτσο μου που θέλετε, ή τί;

ΚΥΡΙΑ ΡΩΝΕΫ: (Εκρηκτική): Το μπράτσο σας! Οποιοδήποτε μπράτσο! Ένα μπράτσο! Ένα χέρι βοηθείας! Για πέντε λεπτά. Χριστέ μου, τι πλανήτης!

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΦΙΤΤ: Στ’ αλήθεια … θέλετε να σας το πω; Έχω την εντύπωση πως το καλύτερο θάταν να μη βγαίνετε καθόλου.

ΚΥΡΙΑ ΡΩΝΕΫ: (Με βιαιότητα): Κατεβήτε, δεσποινίς, κατεβήτε από κει και δόστε μου το χέρι σας, ή ξεσηκώνω την ενορία.

(Παύση. Άνεμος. Η δ. Φιττ κατεβαίνει τα τελευταία σκαλοπάτια)

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΦΙΤΤ: (Υποχωρητική): Λοιπόν, ας εκπληρώσουμε τα χριστιανικά μας

καθήκοντα.

 

Samuel Beckett, Ω, οι ωραίες μέρες, Εκδ. Δωδώνη, Αθήνα χ.χ.έ., σσ. 40-1.

 

3.ΣΕΛΗΜ – Παιδί μου, ήρθε ο Γιώργος, ο μέλλων σύζυγός σου.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ – Ήρθε ο Γιώργος, ο αγαπημένος μου Γιωργάκης;

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ – Ώι, μανούλα μ’ … Παλάβωσα ο έρμους.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ – Αχ, πώς ανυπομονώ να πάρω τον Γώγο μου.

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ – Ώι, ώι, ο έρμους … Γέρο, ογλήγορα, ογλήγορα.

ΣΕΛΗΜ – Ναι, παιδί μου, ογλήγορα.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ – Αχ … πώς επιθυμώ να ενωθώ με τον Γώγο μου.

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ – Κι εγώ, κι εγώ ου έρμους.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ – Κύριε Γιώργο, σας είπε ο πεθερός σας;

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ – Σαν τι, ρε;

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ – Ότι τη νύφη θα την πάρεις μπουμπουλωμένη.

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ – Μου το είπε …

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ – Λοιπόν, ετοιμάσου.

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ – Έτοιμος είμ’ …

ΦΑΤΜΕ – (Κρυφίως εις τον Χατζηαβάτη.) Τι γίνεται, κύριε Χατζηαβάτη.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ – Δεσποινίς, κρυφτείτε.

 

 

1. Να παρατηρήσετε τα χαρακτηριστικά των τριων διαλόγων. Να εστιάσετε στη χρήση των παραγλωσσικών και εξωγλωσσικών στοιχείων. 

 

 

ΕΞΩΓΛΩΣΣΙΚΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΛΩΣΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ

Εξωγλωσσικά στοιχεία της ομιλίας είναι όλα όσα δίνουν μια πρόσθετη γνώση για τους ομιλητές, απαραίτητη προκειμένου να κατανοηθεί και να ερμηνευτεί σωστά το γλωσσικό μήνυμα. Αυτά αναφέρονται σε εκφράσεις ή (κινήσεις ή χειρονομίες ) των προσώπων, σε αισθήματα, σε προθέσεις αυτών.

Παραγλωσσικά στοιχεία της ομιλίας είναι λέξεις ή φράσεις -επίθετα, επιρρήματα, προθετικά σύνολα κ.ά.- που χρησιμοποιούνται για να χαρακτηριστεί ο τόνος, η ένταση, η ποιότητα της φωνής, το ύφος του λόγου και βοηθούν με τη σειρά τους στην πιο ολοκληρωμένη απόδοση της ομιλίας στο γραπτό λόγο.

Ερμηνεία όρων

* Επιτονισμός είναι η κύμανση (το ανεβοκατέβασμα) της φωνής που χαρακτηρίζει μια ολόκληρη εκφώνηση, μια φράση ή πρόταση. Επομένως, διακρίνεται από τον τόνο που χαρακτηρίζει μια μόνο λέξη.

Ο επιτονισμός πληροφορεί: α) σχετικά με τη διάθεση ή τη στάση του ομιλητή: οργή, σκώμμα, ειρωνεία κ.τ.λ. σχετικά με το είδος των προτάσεων: ερωτηματική, επιφωνηματική κ.τ.λ.

Επομένως, ο επιτονισμός με την κύμανση της φωνής διαμορφώνει σημασίες.

Από το σχολικό εγχειρίδιο Έκφραση- Έκθεση, Α Λυκείου

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Υπάρχουν πολλά είδη επιστολών, ανάλογα με τον αποδέκτη αλλά και τον παραλήπτη. Επιστολές προς τον Πρωθυπουργό, το Δήμαρχο της περιοχής, τη Διευθύντρια του σχολείου είναι επίσημες επιστολές και απαιτούν την κατάλληλη προσφώνηση, την κατάλληλη αποφώνηση και το κατάλληλο ύφος. Επιστολές προς φίλους, συγγενείς και άλλα οικεία πρόσωπα απαιτούν τις αντίστοιχες προσαρμογές. 

1. Ημερομηνία

2. Προσφώνηση 

Οικείο-Φιλικό ύφος: Αγαπημένε μου / Ακριβέ μου φίλε / συμμαθητή, Φίλοι και φίλες, Πολυαγαπημένε μου .../ ( Όνομα φίλου/φίλης )

Ημιεπίσημο ύφος: Αγαπητέ κ. Βασιλείου, Εκλεκτέ μου φίλε..., Αγαπητέ κ.πρόεδρε, Αγαπητέ φίλε, Κύριε Υπουργέ, Κύριε βουλευτή, Κύριε διευθυντή, Κύριε νομάρχη,,,

Επίσημο-Τυπικό ύφος: Αξιότιμε /Σεβαστέ κ. Πρόεδρε/Πρωθυπουργέ, Δήμαρχε/Βουλευτή , Σεβαστά μέλη, Σεβαστοί καθηγητές/γονείς, Εκλεκτοί σύνεδροι, Εκλεκτά μέλη, Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι, Αξιότιμα μέλη, Μεγαλειότατε /Σεβασμιότατε/ Παναγιότατε/ Αιδεσιμώτατε. 

 

3. Παρουσίαση του εαυτού μας και του λόγου για τον οποίο γράφουμε αυτή την επιστολή, ιδίως όταν αναφερόμαστε σε κάποιο πρόσωπο που δε μας γνωρίζει προσωπικά. Σε αυτή την περίπτωση, επικαλούμαστε και τη θέση, στην ιδιότητα του παραλήπτη και το λόγο για τον οποίο απευθυνόμαστε σε αυτόν. Έτσι εισάγουμε σταδιακά στο θέμα και κάνουμε το συνηθισμένο πρόλογο που βαδίζει από τα γενικά στο ειδικό θέμα που θα μας απασχολήσει. Επιτυχημένος είναι ο πρόλογος, όταν στο τέλος του μαθαίνουμε το θέμα.

  Όταν πρόκειται για φιλική επιστολή, μπορούμε να αναφερθούμε σε κάποιο γεγονός κοινού ενδιαφέροντος με τον παραλήπτη, όπως οι κοινές εμπειρίες, τα κοινώς γνωστά πρόσωπα. 

4. Συνεχίζουμε αποδεικνύοντας τις θέσεις μας με βάση τη δομή της παραγράφου. 

5. Συχνά επαναλαμβάνουμε την προσφώνηση, αν θέλουμε να δώσουμε έμφαση.

6. Στον επίλογο ανακεφαλαιώνουμε όσα αναφέρθηκαν και οδηγούμαστε σε συμπέρασμα καταληκτικό.

7. Η αποφώνηση περιλαμβάνει τις ευχαριστίες μας για το χρόνο και την κατανόηση του παραλήπτη, τα οποία θεωρούμε δεδομένα λόγω ευγενείας και προκαταλαμβάνουμε ότι ο παραλήπτης μας θα ενδιαφερθεί και θα ανταποκριθεί στα αιτήματά μας. Η αποφώνηση αντιστοιχεί με το ύφος που θα έχουμε σε όλη την επιστολή και μπορεί να είναι επίσημη ή φιλική αντίστοιχα.

  Οικείο-Φιλικό ύφος: Ευχαριστώ πολύ, Σας ευχαριστώ, Με τους θερμότερους χαιρετισμούς μου, Με θερμούς χαιρετισμούς, Με αγάπη, Με πολλή αγάπη, Με απέραντη αγάπη, Με φιλικούς χαιρετισμούς.

  Ημιεπίσημο ύφος: Σας ευχαριστώ για το χρόνο που αφιερώσατε για την ανάγνωση της επιστολής μου, Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας, Με (απέραντη) εκτίμηση, Με σεβασμό, Με τιμή, Με τις προσωπικές ευχαριστίες μου, Σας απευθύνω τις θερμότερες ευχές μου.

  Επίσημο-Τυπικό ύφος: Με εκτίμηση, Με ειλικρινή εκτίμηση, Με σεβασμό, Με τιμή, Με τις προσωπικές μας ευχαριστίες, Ευχαριστώ για τη φιλοξενία, Μεθ’ υπολήψεως. (Σας ευχαριστώ για την προσοχή/το ενδιαφέρον που επιδείξατε, Σας ευχαριστώ προκαταβολικά για την ανταπόκρισή σας, Σας απευθύνω τις ευχαριστίες και τους χαιρετισμούς μου, Σας απευθύνω τις εγκάρδιες ευχές και τους χαιρετισμούς μου.)

Είναι πολύ βασικό να επιλέξουμε το σωστό ύφος (οικείο, αν πρόκειται για φιλικό και επίσημο, αν πρόκειται για παραλήπτη άγνωστο προς εμάς).

Επίσης, είναι σημαντικό να επιλέξουμε τη σωστή προσφώνηση και αποφώνηση. Γράφουμε κυρίως σε β΄ ενικό ή β΄ πληθυντικό πρόσωπο, όταν απευθυνόμαστε στον παραλήπτη και σε γ΄ ενικό και γ΄πληθυντικό ( ο άνθρωπος...., οι άνθρωποι...), όταν μιλούμε γενικότερα.


ΤΟ ΑΡΘΡΟ

Το άρθρο είναι δημοσίευμα σε εφημερίδα ή σε περιοδικό που πραγματεύεται ένα ειδικό, επίκαιρο θέμα γενικού ενδιαφέροντος. Πρόκειται για δημοσιογραφικό κείμενο κοινωνικού, πολιτικού, επιστημονικού κτλ. περιεχομένου που ερμηνεύει και σχολιάζει ζητήματα της επικαιρότητας. Σε αυτό ο δημοσιογράφος εκφράζει την προσωπική του άποψη και μάλιστα έχει έντονη υποκειμενική χροιά, μια και σε αυτό ο αρθρογράφος βλέπει τα πράγματα με τον προσωπικό του τρόπο.

Η επιφυλλίδα, αντιθέτως, δεν έχει ειδησεογραφικό χαρακτήρα, αλλά πραγματεύεται θέματα φιλολογικού, επιστημονικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος. Έχει, επομένως, ειδικό χαρακτήρα.

Τα άρθρα χωρίζονται σε διάφορες κατηγορίες. Το κύριο άρθρο μιας εφημερίδας αποτελεί το χώρο έκφρασης της ίδιας της εφημερίδας για το σημαντικότερο γεγονός της ημέρας. Μπορεί να είναι, επίσης, ειδησεογραφικού χαρακτήρα, όπου δημοσιογράφοι αναλύουν και σχολιάζουν τις κυριότερες ειδήσεις. Συχνά στις εφημερίδες αρθρογραφούν και άλλοι, επιστήμονες, συγγραφείς, πολιτικοί, καλλιτέχνες ως τακτικοί ή περιστασιακοί συνεργάτες, για να εκφράσουν την άποψή τους πάνω σε ποικίλα θέματα επίκαιρα. Τα άρθρα τους δημοσιεύονται σε ειδικές στήλες με συγκεκριμένους τίτλους. Αυτά τα άρθρα αφορμώνται πάντα από την επικαιρότητα. Υπάρχουν, επιπλέον, και τα καθαρά επιστημονικά άρθρα που παρακολουθούν τις εξελίξεις της επιστήμης και δημοσιεύονται σε ειδικά επιστημονικά περιοδικά.


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΕΝΟΣ ΑΡΘΡΟΥ 

1.Πάντοτε μας ζητούν να γράψουμε ένα άρθρο που θα δημοσιευτεί στην τοπική εφημερίδα ή στην εφημερίδα του δήμου μας ή πιο σπάνια σε ένα περιοδικό με συγκεκριμένο ενδιαφέρον. 

2. Πρέπει να τηρήσουμε ύφος φυσικό και ανεπιτήδευτο. Φυσικά, παίζει ρόλο το είδος του εντύπου ( πιο απλό στη σχολική εφημερίδα, πιο επίσημο στην εφημερίδα του δήμου) στο οποίο θα δημοσιευτεί το άρθρο. Πάντοτε χρειάζεται να αποδείξουμε κάτι, οπότε ακολουθούμε τη βασική δομή της παραγράφου. Αποφεύγουμε τις λαϊκές εκφράσεις και τα στοιχεία προφορικότητας, μια και το κείμενο είναι πάντα πιο επίσημο από τον προφορικό λόγο. Αν πρόκειται για την εφημερίδα, μπορούμε να είμαστε κάπως πιο ευχάριστοι στη σύνταξη και την έκφραση αλλά πάντα με μέτρο. 

3. Χρησιμοποιούμε συνήθως γ΄ ενικό ή γ΄ πληθυντικό πρόσωπο ( ο άνθρωπος..., οι άνθρωποι...) αλλά και α΄ πληθυντικό ( εμείς οι μαθητές...), αν πρόκειται για τη σχολική εφημερίδα. Επιλέγουμε ένα πρόσωπο και αυτό διατηρούμε σε όλο το άρθρο. Αποφεύγουμε το α΄ ενικό, γιατί στο άρθρο εκφράζουμε την άποψή μας ούτως ή άλλως. Αποφεύγουμε και το β΄ πληθυντικό, μια και ταιριάζει πιο πολύ σε προσχεδιασμένο προφορικό λόγο. Στο άρθρο συνομιλούμε με το κοινό αλλά όχι άμεσα, έμμεσα. 

4. Πάντοτε βάζουμε τίτλο στο άρθρο μας.  Τον γράφουμε με κεφαλαία στην πρώτη γραμμή και πρέπει να ξέρουμε ότι θα πρέπει να περιέχει το βασικό και κεντρικό θέμα του άρθρου και να προσελκύει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Είναι ουσιώδες να είναι ενδιαφέρων ο τίτλος, ώστε να προσκαλεί τον αναγνώστη να το διαβάσει. Φυσικά, εξαρτάται και από το έντυπο στο οποίο θα δημοσιευτεί. Οι περισσότεροι προτιμούν έναν ουδέτερο τίτλο, αλλά θα ήταν σημαντικό να προσπαθήσουν να εντυπωσιάσουν με τίτλους που έχουν σημεία στίξης, όπως το θαυμαστικό ή τα αποσιωπητικά και να προσπαθήσουν να αυτοσχεδιάσουν. Μετρά πάντοτε θετικά, αρκεί να περιέχει το θέμα και την οπτική γωνία του γράφοντα.

Μερικές ιδέες που μπορούμε να προτείνουμε είναι οι εξής:

Χρήση τίτλων από κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές παραγωγές. 

Χρήση τίτλων από λογοτεχνικά, θεατρικά ή μουσικά έργα.

Χρήση φράσεων με πολλαπλό νόημα ( Η Ιθάκη της δημοσιογραφίας)

Χρήση σχημάτων αλληγορίας ( Το Βατερλώ των δημάρχων)

Χρήση παραδοξολογημάτων ( Κυβερνητική απόψυξη)

Χρήση όρων με μεταφορική σημασία (Οι έμποροι της ελπίδας)

Χρήση ρητορικών ερωτήσεων ( Τανκς ή Μίντια;)

Χρήση στοιχείων επιστημονικού λόγου ( Η ψυχοπαθολογία ως θέαμα)

Χρήση προστακτικής ( Δώστε αξία στα λεφτά σας!)

 

5. Πρόλογος Στην αρχή του άρθρου επιμένουμε στην αφόρμησή μας από την πραγματικότητα. Επειδή το άρθρο έχει επικαιρικό χαρακτήρα πρέπει να αφορμάται από ένα γεγονός της επικαιρότητας, ώστε να συνάδει με το χαρακτήρα του κειμένου και το επικοινωνιακό του πλαίσιο.  Ας μην ξεχνάμε ότι μπορούμε να ξεκινήσουμε από τη γενικότερη αξία της ενασχόλησης με το συγκεκριμένο ζήτημα και να καταλήξουμε στο θέμα και την οπτική γωνία από την οποία θα το εξετάσουμε.


6. Κυρίως μέρος

Ορισμός της έννοιας

Αποδεικτικό υλικό, ανάπτυξη ανά τομείς

Λύσεις κ.τ.λ.

 

7. Επίλογος Ανακεφαλαιώνουμε και σε σχήμα κύκλου μπορούμε να ξαναγυρίσουμε στο αρχικό επίκαιρο γεγονός,  μια και είναι βασικό για αυτό το είδος του κειμένου.

 

Συμβουλή: Παρά τα στερεότυπα, βγάλτε το δημοσιογράφο που κρύβεται μέσα  σας!!!!!!!!! 


ΠΡΟΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΟΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Πρόκειται για κείμενο απαιτητικό, μια και ο λόγος πρέπει να είναι πειστικός, αποδεικτικός και αποτελεσματικός. 

Πρόκειται για κείμενο το οποίο γράφεται για να εκφωνηθεί σε μία δεδομένη επικοινωνιακή περίσταση. Λόγω της φύσης του συνδυάζει τα χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου, χωρίς όλα τα στοιχεία προχειρότητας αυτού (παύσεις, άσκοπες επαναλήψεις, δισταγμοί) αλλά και του γραπτού λόγου όσον αφορά στη δομή και την οργάνωση του λόγου. Υπάρχει αλληλουχία νοημάτων αλλά και αλληλουχία στην εξωτερική σύνδεση των παραγράφων. Ταυτόχρονα, ο τρόπος έκφρασης εξυπηρετεί τις προθέσεις του πομπού, δηλαδή έχει ως στόχο την αμεσότητα και τον (φαινομενικό, τουλάχιστον) αυθορμητισμό.

Θα πρέπει να υπάρχει ένα σαφές ύφος το οποίο καθορίζεται από την πρόθεση του πομπού και την επικοινωνιακή περίσταση.

Ο πομπός-δημιουργός εκμεταλλεύεται τη συστηματικότητα του γραπτού και την αμεσότητα του προφορικού λόγου.

 

Χαρακτηριστικά στοιχεία

 

Προσφώνηση: Ποικίλλει ανάλογα με το ύφος που θέλουμε να έχουμε

Οικείο-Φιλικό ύφος: Αγαπημένοι φίλοι / συμμαθητές / συμπολίτες/ ομοεθνείς/ συνέλληνες,Φίλες και φίλοι, Φίλοι συμμαθητές/ακροατές/συμπολίτες/ομοεθνείς/συμπατριώτες, Φίλοι Ευρωπαίοι, Καλοί μας φίλοι ...

Ημιεπίσημο ύφος: Εκλεκτοί/Ακριβοί/Aγαπητοί φίλοι/σύνεδροι/ σύνοικοι, δημότες/ ακροατές ...

Επίσημο-Τυπικό ύφος: Kυρίες και κύριοι, Σεβαστοί σύνεδροι, Σεβαστά μέλη, Σεβαστοί καθηγητές/γονείς, Εκλεκτοί σύνεδροι, Εκλεκτά μέλη, Αξιότιμοι σύνεδροι, Αξιότιμα μέλη, Ερίτιμοι σύνεδροι, Μεγαλειότατε/Σεβασμιότατε/Παναγιότατε/Αιδεσιμώτατε. 


Εισαγωγή :
Mπορούμε να ξεκινήσουμε με διάφορους τρόπους. 

1.Αναφορά στην παρουσία του ακροατηρίου : Βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να συζητήσουμε την ανάγκη για ...

2. Αναφορά στη σχέση μεταξύ ακροατηρίου και θέματος: Ως νεαροί εθελοντές έχετε συμμετάσχει πολλές φορές ..... και για αυτό το λόγο έχετε συγκεντρωθεί σήμερα εδώ με σκοπό ...

3.Πρόλογος ο οποίος τελειώνει με τη θέση ομιλητή. Οπωσδήποτε, όμως, πρέπει να γίνει αναφορά στο ακροατήριο σε κάποιο σημείο μέσα σε αυτόν. 

π.χ.O εθελοντισμός με ευέλικτο χαρακτήρα μπορεί να βοηθήσει στην επίλυση πολλών κοινωνικών προβλημάτων...(θεωρητική αναφορά στο θέμα). Σήμερα συγκεντρωθήκαμε εδώ για να συζητήσουμε την αξία ...

Μην ξεχνάτε ότι σε κάθε περίπτωση στο τέλος του προλόγου πρέπει να μαθαίνουμε το θέμα και τη θέση του ομιλητή ως προς αυτό. 

Κατατόπιση γύρω από το θέμα, όπως και στο σχεδιάγραμμα της έκθεσης.

Αποδεικτικό υλικό

Ανασκευή επιχειρημάτων των αντιπάλων

Ανακεφαλαίωση - Επίλογος 

Αποφώνηση  

Οικείο-Φιλικό ύφος: Ευχαριστώ πολύ, Σας ευχαριστώ και σας εύχομαι ό,τι καλύτερο, Εύχομαι να ξανασυναντηθούμε σύντομα, Σας ευχαριστώ και σας αποχαιρετώ μέχρι την επόμενη συνάντησή μας.

Ημιεπίσημο ύφος: Σας ευχαριστώ για την αμέριστη προσοχή σας. Σας ευχαριστώ για το θερμό ενδιαφέρον σας, Σας ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας, Σας απευθύνω τις θερμές ευχαριστίες και τους χαιρετισμούς μου, Σας απευθύνω τις θερμότερες ευχές μου

Επίσημο-Τυπικό ύφος: Σας ευχαριστώ για την προσοχή/το ενδιαφέρον που επιδείξατε, Σας ευχαριστώ για το χρόνο που μου αφιερώσατε, Σας ευχαριστώ προκαταβολικά για την ανταπόκρισή σας, Σας απευθύνω τις ευχαριστίες και τους χαιρετισμούς μου, Σας απευθύνω τις εγκάρδιες ευχές και τους χαιρετισμούς μου.

Χαρακτηριστικά στοιχεία του ύφους του προσχεδιασμένου προφορικού λόγου.

Συχνές επαναλήψεις της αρχικής προσφώνησης

Χρήση ρητορικών ερωτήσεων

Κοφτός, σύντομος λόγος 

Επαναλήψεις λεκτικές για έμφαση (προσοχή, όχι επαναλήψεις νοηματικές)

Παρένθετες εκφράσεις σε κόμματα (πιστέψτε με, όπως ξέρετε, προσέξτε με...)

Παρακινητικές εντολές (προτρεπτικές εγκλίσεις).

Χρήση ρημάτων παρακινητικών που κρύβουν ηθική επιταγή και λειτουυργούν με στόχο τη συναισθηματική φόρτιση και λειτουργούν δεοντολογικά.

Βάσω Καραμπέτσου

 

 

2ο Πειραματικό Σχολείο Αθηνών

13 Οκτωβρίου 2012,

Άρης Σφακιανάκης, 18:00 – 20:00

 

Ο Άρης Σφακιανάκης πρότεινε 9 μαθήματα δημιουργικής γραφής για τους μαθητές:

1. Σε 1000 λέξεις να γράψουν τη νεκρολογία τους (τι θα ήθελαν να πουν στο κοινό στην τελευταία τους εμφάνιση)


Να διαβάσουν: τη νουβέλα του Ροΐδη: «Το παράπονο του νεκροθάπτου» 


2. Δίνουμε τη φράση «Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς» (είναι η πρώτη φράση από το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» του Μ. Προύστ, 

ή τη φράση

«Δεν συνέβηκε καμιά μεταβολή στη ζωή μου» Κ. Πολίτης


Να διαβάσουν: «ο Λαγκάς» του Δημοσθένη Βουτυρά.

 

3. Ο χώρος που θα αναπτυχθεί η διήγηση

Γ. Θεοτοκά: «ο Λεονής»

Έμιλυ Μπροντέ, «Ανεμοδαρμένα ύψη»


Να διαβάσουν: Στρ. Τσίρκας, «Ακυβέρνητες Πολιτείες» 

 

4. Να διαλέξουν ένα πρόσωπο (1ο , 2ο , 3ο …) και να γράψουν μία ιστορία σε 3000 λέξεις.

(Συχνά θέτουν το ερώτημα σχετικά με το ποιο πρόσωπο να είναι αυτό που θα γράψουν)


Να διαβάσουν: Οχράν Παμούκ, «Το σπίτι της σιωπής»


5. Πώς να πλουτίσουμε τη διήγηση:

Άσκηση: «Μία γυναίκα κάθεται σε ένα μπαρ, αφηγηθείτε πως την προσεγγίζουν 4 άντρες. 1000 λέξεις για την κάθε προσέγγιση.


Να διαβάσουν: Raymond Queneau, « Exercices de Style» (Ασκήσεις ύφους)


6. Το εμπόδιο (πως θα το υπερβούμε)

Να γράψουν μία ιστορία τρόμου (στυλ Edgar Allan Poe). Ο ήρωας καλείται να υπερβεί μια σειρά 5 εμποδίων.

Να διαβάσουν: Νίκος Καχτίτσης, «Η Περιπέτεια ενός βιβλίου»

Παραδείγματα εμποδίων: 

Στην «Mme Bovary» και στην «Άννα Καρένινα», εμπόδιο είναι ο σύζυγός τους.

 

7. Ο διάλογος

Ο κάθε ήρωας πρέπει να έχει «τη δική του φωνή»

Άσκηση: σε 2000 λέξεις, να γράψουν τον πρώτο διάλογο που έγινε ανάμεσα στον Αδάμ και την Εύα.

Προς μελέτη: «Το Συμπόσιο» του Πλάτωνα

 

8. Η πλοκή

Να βάλουν τον ήρωα σε μία κατάσταση και να διηγηθούν την ιστορία.

Άσκηση: Να γράψουν την περίληψη 5 μυθιστορημάτων. 

Κάθε περίληψη να είναι 100 λέξεις.

Να διαβάσουν: «Οι Άθλιοι των Αθηνών» του Ι. Κονδυλάκη.

 

9. Ο τίτλος

Ασκήσεις: 

1. Να βρουν 10 τίτλους από την παγκόσμια λογοτεχνία που τους άρεσαν.

2. Να βρουν 10 τίτλους που θα ήθελαν να έχουν τα βιβλία τους.

Παράδειγμα αξιομνημόνευτου τίτλου:

Ιταλό Καλβίνο: «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης»

 

 

[Κατεβάστε από εδώ τα: (α)   αρχείο κειμένου και (β)  pdf ] 

 

 

Comments (0)

You don't have permission to comment on this page.